
Ariston Nimbus Pocket 35 M NET
Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό
- Προσαγωγή
- έως 60°C
- COP
- 5,1
- Εγγύηση
- 5 έτη
- Ισχύς
- 3.5 kW
Monoblock μονάδες αέρα-νερού για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό, με τις δημοσιευμένες αποδόσεις του κατασκευαστή και ενδεικτικές τιμές αγοράς.
Η αντλία θερμότητας δεν παράγει θερμότητα — τη μεταφέρει. Γι’ αυτό αποδίδει τρεις έως πέντε φορές το ρεύμα που καταναλώνει, και γι’ αυτό η απόδοσή της κρέμεται από κάτι που δεν γράφει το κουτί: τη θερμοκρασία με την οποία δουλεύει το δικό σας κύκλωμα. Παρακάτω θα βρείτε τα μοντέλα με τους πραγματικούς τους δείκτες COP και SCOP, τη μέγιστη θερμοκρασία προσαγωγής και — κυρίως — για ποιο κτίριο δεν κάνει το καθένα.
Μάρκα, ισχύς και κάλυψη χώρου σε ένα σημείο. Ανοίξτε τη «Μάρκα» και το βελάκι δίπλα σε κάθε όνομα σας πάει στη σελίδα της, με ολόκληρη τη γκάμα και τις τιμές της.

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού split, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό

Αντλία θερμότητας αέρα-νερού monoblock, για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό
Τα σημεία όπου γίνονται οι περισσότερες αστοχίες — και τι να ρωτήσετε πριν παραγγείλετε.
Ένας λέβητας αποδίδει σχεδόν το ίδιο είτε στέλνει νερό στους 40°C είτε στους 75°C. Μια αντλία θερμότητας όχι. Κάθε 5°C που ανεβάζετε την προσαγωγή κοστίζουν περίπου 10–15% της απόδοσης, επειδή ο συμπιεστής δουλεύει με μεγαλύτερη διαφορά πίεσης για το ίδιο αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό το ίδιο μηχάνημα δηλώνει SCOP γύρω στο 4,8 στους 35°C και γύρω στο 3,4 στους 55°C. Δεν είναι δύο νούμερα μάρκετινγκ — είναι δύο διαφορετικά σπίτια. Το πρώτο έχει ενδοδαπέδια ή fan coil, το δεύτερο θερμαντικά σώματα.
Πριν κοιτάξετε μοντέλα, απαντήστε ένα ερώτημα: με πόσους βαθμούς δουλεύει σήμερα το κύκλωμά σας τον πιο κρύο μήνα; Αν δεν το ξέρετε, κατεβάστε τον λέβητα στους 50°C μια κρύα μέρα και δείτε αν το σπίτι ζεσταίνεται. Αυτή η μία δοκιμή λέει περισσότερα από κάθε φυλλάδιο.
Η αντλία θερμότητας διαστασιολογείται στις θερμικές απώλειες του κτιρίου, όχι στην επιφάνειά του. Ένα διαμέρισμα 120 τ.μ. του 1975 χωρίς μόνωση χάνει περίπου διπλάσια ενέργεια από ένα ισομεγέθες του 2015 — η ίδια μονάδα καλύπτει άνετα το δεύτερο και δεν φτάνει στο πρώτο. Γι’ αυτό δεν θα βρείτε στήλη με τετραγωνικά στους πίνακες αυτής της σελίδας.
Ως τάξη μεγέθους για τον ελληνικό χειμώνα: παλιά κατασκευή χωρίς μόνωση κινείται γύρω στα 80–100 W ανά τ.μ., κτίριο με κάποια μόνωση γύρω στα 60–70 W ανά τ.μ., νέα κατασκευή κατά ΚΕΝΑΚ γύρω στα 40–50 W ανά τ.μ. Μια μονάδα 10 kW καλύπτει έτσι περίπου 100–120 τ.μ. παλιάς κατασκευής ή πάνω από 200 τ.μ. νέας.
Αυτά είναι νούμερα προσανατολισμού, όχι μελέτη. Η μελέτη απωλειών κοστίζει ελάχιστα σε σχέση με τη μονάδα και είναι το μόνο πράγμα που σας προστατεύει από την υπερδιαστασιολόγηση — που εδώ κοστίζει διπλά, επειδή μια μεγάλη αντλία σε μικρό φορτίο ανοιγοκλείνει αντί να διαμορφώνει.
Προσέξτε επίσης ότι η ονομαστική ισχύς δίνεται στους A7/W35: εξωτερική θερμοκρασία 7°C και νερό 35°C. Στους −2°C που έχει η Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο, η ίδια μονάδα αποδίδει λιγότερο, και το πόσο λιγότερο διαφέρει αισθητά ανά μοντέλο.
Ο κανονισμός ErP ορίζει τρεις κλιματικές ζώνες — ψυχρή, μέση και θερμή — και ο κατασκευαστής δηλώνει τον SCOP του για όποια επιλέξει. Οι περισσότεροι δηλώνουν για μέσο κλίμα, που αντιστοιχεί περίπου στο Στρασβούργο. Κάποιοι δηλώνουν για θερμό, που αντιστοιχεί στην Αθήνα.
Η ίδια μονάδα βγάζει περίπου μία μονάδα υψηλότερο SCOP στη θερμή ζώνη απ’ ό,τι στη μέση, επειδή ο χειμώνας είναι ηπιότερος και οι αποψύξεις λιγότερες. Ένα 6,0 θερμού κλίματος δεν είναι καλύτερο από ένα 4,8 μέσου — είναι το ίδιο μηχάνημα μετρημένο αλλού.
Γι’ αυτό τα κρατάμε σε ξεχωριστές γραμμές του πίνακα και δεν τα αναμειγνύουμε. Για ελληνική εγκατάσταση ο δείκτης θερμού κλίματος είναι ο πιο ρεαλιστικός· απλώς συγκρίνετε πάντα δείκτη με δείκτη της ίδιας ζώνης.
Στη monoblock όλο το ψυκτικό κύκλωμα είναι κλεισμένο στην εξωτερική μονάδα και προς το σπίτι φεύγει μόνο νερό. Δεν χρειάζεται αδειούχος ψυκτικός για τη σύνδεση, δεν υπάρχουν ψυκτικές γραμμές να χάσουν αέριο, και η εγκατάσταση είναι απλούστερη και φθηνότερη.
Το τίμημα είναι ότι νερό τρέχει έξω. Σε μη θερμαινόμενο χώρο ή σε περιοχή με πραγματικό παγετό χρειάζεστε αντιψυκτικό διάλυμα ή σωστή λειτουργία της αντιπαγωτικής προστασίας — που απαιτεί να μη διακοπεί ποτέ η παροχή ρεύματος στη μονάδα.
Στη split το ψυκτικό φτάνει ως την εσωτερική υδραυλική μονάδα και το νερό μένει μέσα. Είναι η ασφαλέστερη λύση για ορεινές περιοχές, αλλά θέλει ψυκτικές γραμμές, αδειούχο ψυκτικό και εσωτερικό χώρο για τη μονάδα.
Για τα περισσότερα ελληνικά σπίτια — Αττική, Θεσσαλονίκη, νησιά, παράλια — η monoblock είναι η σωστή προεπιλογή. Η split δικαιολογείται στα ορεινά και όπου η εξωτερική μονάδα απέχει πολύ από το λεβητοστάσιο.
Το R32 είναι σήμερα το επικρατέστερο ψυκτικό μέσο, με δυναμικό θέρμανσης του πλανήτη (GWP) 675. Το R290 είναι καθαρό προπάνιο με GWP 3 — πρακτικά μηδέν — και μένει εκτός του ορίζοντα των ευρωπαϊκών περιορισμών στα φθοριούχα αέρια.
Η διαφορά που θα νιώσετε δεν είναι όμως περιβαλλοντική αλλά τεχνική: το R290 φτάνει άνετα σε προσαγωγή 70–75°C χωρίς να καταρρεύσει η απόδοση, ενώ τα μοντέλα R32 σταματούν συνήθως στους 60–65°C. Αν έχετε θερμαντικά σώματα και δεν σκοπεύετε να τα αλλάξετε, εκεί κρίνεται η επιλογή.
Το προπάνιο είναι εύφλεκτο, οπότε ισχύουν αποστάσεις ασφαλείας από ανοίγματα, φρεάτια και οριοθετημένους χώρους. Δεν είναι εμπόδιο σε υπαίθρια εγκατάσταση, είναι όμως κάτι που ο εγκαταστάτης πρέπει να ελέγξει πριν οριστεί η θέση της μονάδας.
Η ηχητική ισχύς που δηλώνεται στα φυλλάδια — 55 έως 68 dB(A) στα μοντέλα αυτής της σελίδας — δεν είναι ο θόρυβος που θα ακούσετε. Είναι μέγεθος της πηγής. Στο ένα μέτρο η ηχητική πίεση πέφτει τυπικά στα 35–50 dB(A), και σε πέντε μέτρα αρκετά χαμηλότερα.
Αυτό που δημιουργεί προβλήματα δεν είναι η μέση τιμή αλλά η θέση: μονάδα σε ακάλυπτο ή σε φωταγωγό ανακλά και ενισχύει, μονάδα κάτω από υπνοδωμάτιο γείτονα γίνεται ζήτημα ακόμη και στα 45 dB. Οι νυχτερινοί κύκλοι απόψυξης είναι η συνηθέστερη αιτία παραπόνων.
Πρακτικά: κρατήστε απόσταση από παράθυρα, αποφύγετε στενές γωνίες που λειτουργούν σαν ηχείο, και προτιμήστε μοντέλα με πραγματική λειτουργία χαμηλού θορύβου όταν η μονάδα πηγαίνει κοντά σε κατοικημένο χώρο.
Το μηχάνημα είναι συνήθως το 50–65% του συνόλου. Προσθέστε δοχείο αδρανείας όπου το κύκλωμα το απαιτεί, boiler ζεστού νερού με σωστά διαστασιολογημένο εναλλάκτη, κυκλοφορητή, αντικραδασμική βάση στήριξης, αποχέτευση συμπυκνωμάτων, υδραυλικά υλικά, καλωδίωση και τον αυτοματισμό.
Δύο σημεία που εκπλήσσουν. Το boiler ζεστού νερού πρέπει να έχει μεγάλο εναλλάκτη ειδικά για αντλία θερμότητας — ένα συμβατικό boiler λέβητα θα δουλέψει, αλλά αργά και με χειρότερη απόδοση, επειδή η μονάδα δίνει νερό 50–55°C αντί για 80°C. Και η παροχή ρεύματος συχνά χρειάζεται αναβάθμιση, ιδίως σε μονοφασικές μονάδες άνω των 12 kW.
Ζητήστε από τον εγκαταστάτη δύο πράγματα εγγράφως: τη μελέτη απωλειών με βάση την οποία επέλεξε την ισχύ, και τη θερμοκρασία σχεδιασμού του κυκλώματος. Αν δεν υπάρχουν, η προσφορά είναι εκτίμηση και όχι μελέτη.
Εξαρτάται από τη μόνωση, όχι από τα τετραγωνικά. Σε παλιά κατασκευή χωρίς μόνωση λογαριάστε γύρω στα 8–10 kW, σε κτίριο με βασική μόνωση 6–7 kW, σε νέα κατασκευή κατά ΚΕΝΑΚ 4–5 kW. Η σωστή απάντηση βγαίνει μόνο από μελέτη θερμικών απωλειών — και η υπερδιαστασιολόγηση κοστίζει εδώ περισσότερο απ’ ό,τι σε λέβητα, επειδή η μονάδα θα ανοιγοκλείνει αντί να διαμορφώνει.
Ναι, αλλά κοιτάξτε δύο πράγματα. Πρώτο, τη μέγιστη θερμοκρασία προσαγωγής του μοντέλου: 60°C καλύπτουν καλοδιαστασιολογημένα σώματα, 70–75°C καλύπτουν και παλιά μικρά. Δεύτερο, το SCOP στους 55°C και όχι στους 35°C — εκεί φαίνεται τι θα πληρώνετε πραγματικά. Συχνά η αντικατάσταση δύο ή τριών μικρών σωμάτων με μεγαλύτερα αποδίδει περισσότερο από την αναβάθμιση της μονάδας.
Ο COP είναι η απόδοση σε μία συγκεκριμένη συνθήκη — τυπικά με εξωτερική θερμοκρασία 7°C και νερό 35°C. Ο SCOP είναι ο μέσος όρος μιας ολόκληρης θερμαντικής περιόδου, με τις κρύες μέρες και τις αποψύξεις μέσα. Ο COP κάνει καλύτερη εντύπωση, ο SCOP προβλέπει τον λογαριασμό. Δίνουμε και τους δύο σε κάθε μοντέλο, και τον SCOP σε δύο θερμοκρασίες.
Με ενδοδαπέδια ή fan coil, σχεδόν πάντα: η μονάδα αποδίδει 3,5–5 kWh θερμότητας ανά kWh ρεύματος και το κόστος λειτουργίας πέφτει αισθητά ακόμη και με την ελληνική τιμή ρεύματος. Με παλιά σώματα υψηλής θερμοκρασίας η διαφορά μικραίνει και μπορεί να αντιστραφεί. Αν υπάρχει ήδη παροχή αερίου και σώματα των 70°C, ο λέβητας συμπύκνωσης παραμένει η λύση με το χαμηλό αρχικό κόστος.
Ναι — όλα τα μοντέλα αυτής της σελίδας λειτουργούν έως −20°C ή −25°C εξωτερική θερμοκρασία, πολύ κάτω από ό,τι συναντά η ελληνική ηπειρωτική χώρα. Αυτό που αλλάζει είναι η απόδοση: στους −7°C ο COP πέφτει τυπικά κοντά στο 2,5–3,2 και η μονάδα αποδίδει λιγότερα kW. Γι’ αυτό η διαστασιολόγηση γίνεται στη θερμοκρασία σχεδιασμού της περιοχής και όχι στους 7°C του φυλλαδίου.
Όχι κάτω από τα 12 kW — η συντριπτική πλειονότητα των οικιακών εγκαταστάσεων καλύπτεται μονοφασικά. Από τα 12 kW και πάνω η τριφασική εκδοχή τραβά πολύ μικρότερο ρεύμα ανά φάση, τυπικά 4–5 A αντί για 11–15 A, κάτι που μετράει όταν η παροχή είναι οριακή. Αν έχετε ήδη τριφασική, προτιμήστε την.
Επειδή δεν θα ήταν ειλικρινής. Η τιμή εξαρτάται από το μοντέλο, το boiler ζεστού νερού, το δοχείο αδρανείας, τη στήριξη, τα υδραυλικά και την πρόσβαση στον χώρο. Δείχνουμε το ενδεικτικό εύρος της αγοράς ώστε να ξέρετε πού κινείστε, και δίνουμε γραπτή τιμή για το δικό σας έργο.
Η αντλία θερμότητας αέρα-νερού είναι η μόνη συσκευή θέρμανσης που αποδίδει περισσότερη ενέργεια από όση καταναλώνει, και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου: δεν παράγει θερμότητα καίγοντας κάτι, αλλά τη μετακινεί από τον εξωτερικό αέρα στο νερό της εγκατάστασης. Ένα ψυκτικό μέσο εξατμίζεται σε χαμηλή πίεση απορροφώντας θερμότητα από αέρα των 5°C, ο συμπιεστής το συμπιέζει, και το θερμό πλέον αέριο αποδίδει τη θερμότητά του στο νερό. Τα 3,5 έως 5 kWh θερμότητας ανά kWh ρεύματος προκύπτουν από αυτή τη μετακίνηση, όχι από κάποια παραγωγή.
Το σημείο που χάνεται στις περισσότερες συζητήσεις είναι ότι ο λόγος αυτός δεν είναι σταθερός. Πέφτει όσο κρυώνει έξω και όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία του νερού που ζητάτε. Γι’ αυτό η ίδια μονάδα δηλώνει SCOP γύρω στο 4,8 όταν τροφοδοτεί ενδοδαπέδια στους 35°C και γύρω στο 3,4 όταν τροφοδοτεί σώματα στους 55°C — διαφορά που στον ετήσιο λογαριασμό μεταφράζεται σε δεκάδες τοις εκατό. Η επιλογή μοντέλου ξεκινά επομένως από τα τερματικά του κτιρίου και όχι από τη μάρκα.
Στην ελληνική αγορά αυτό σημαίνει τρία διαφορετικά σενάρια. Σε νέα κατασκευή με ενδοδαπέδια, η αντλία θερμότητας είναι σχεδόν πάντα η σωστή απάντηση και τα νούμερα του φυλλαδίου είναι ρεαλιστικά. Σε ανακαίνιση με fan coil ή με σώματα διαστασιολογημένα για 55°C, η αντλία εξακολουθεί να κερδίζει το αέριο στο λειτουργικό κόστος. Σε παλιό διαμέρισμα με μικρά σώματα των 70°C και χωρίς μόνωση, χρειάζεται είτε μονάδα υψηλής θερμοκρασίας — τυπικά με ψυκτικό R290 — είτε παρέμβαση στα τερματικά πριν αγοραστεί οτιδήποτε.
Δύο πρακτικά ζητήματα κοστίζουν όταν αγνοηθούν. Το πρώτο είναι το ζεστό νερό χρήσης: η αντλία θερμότητας το παράγει σε boiler με μεγάλο εναλλάκτη, και ένα συμβατικό boiler λέβητα θα δουλέψει μεν, αλλά αργά και με χειρότερη απόδοση, επειδή η μονάδα δίνει νερό 50–55°C αντί για 80°C. Το δεύτερο είναι ο θόρυβος και η θέση της εξωτερικής μονάδας: σε ακάλυπτο ή φωταγωγό ο ήχος ανακλάται, και οι νυχτερινοί κύκλοι απόψυξης είναι η πιο συνηθισμένη αιτία παραπόνων από γείτονες.
Τέλος, η επιδότηση αλλάζει την αριθμητική αλλά όχι τη μηχανική. Τα προγράμματα εξοικονόμησης έχουν καλύψει σημαντικό μέρος του κόστους σε αρκετούς κύκλους, και τα δικαιολογητικά που ζητούν — ενεργειακή ετικέτα, δελτίο προϊόντος, δήλωση συμμόρφωσης — τα κρατάμε ανά μοντέλο ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Μια επιδοτούμενη αλλά λάθος διαστασιολογημένη μονάδα παραμένει όμως λάθος διαστασιολογημένη: η μελέτη απωλειών προηγείται της αίτησης, όχι το αντίστροφο.
Οδηγοί από την ομάδα μας για το ίδιο αντικείμενο — τι να προσέξετε πριν αποφασίσετε.